Αρχική Σελίδα >Το Χωριό > Λαϊκό Γλωσσάρι > Ρήματα
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ | ΤΟ ΧΩΡΙΟ | ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΚΑΤΟΙΚΩΝ | ΙΣΤΟΡΙΑ | ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ | ΜΝΗΜΕΙΑ-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ | ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ ΣΤΕΦΑΝΙΟΥ | ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ | ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΦΥΣΗ | ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ | ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Ρήματα

-Α-
αγκομαχάω βογκάω από κόπο ή από πόνο
αγκουσεύομαι ζεσταίνομαι πολύ, αισθάνομαι δυσφορία
αγρικώ καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, νιώθω
αδειάζω ευκαιρώ
ακουμπάω στηρίζομαι. Ακούμπησα να ξαποστάσω
αμολάω αφήνω κάποιον ή κάτι ανεμπόδιστο, ελεύθερο
ανασταίνω ανατρέφω κάποιον από μικρό παιδί
αναχαράζω μηρυκάζω
ανεβατίζω ζυμώνω, φουσκώνω
απαντάω συναντάω
απαυτώνω σεξουαλική πράξη
αποπαίρνω επιπλήττω, κατσαδιάζω
αποσταίνω κουράζομαι
αποσώνω τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι, προσθέτω μέχρι να γεμίσει
αργάζω κατεργάζομαι, ξυλοκοπώ
αγριεύω αραιώνω
αρουλιέμαι ουρλιάζω
αυγατάω αυξάνω
αφόρμησε ερεθίστηκε (η πληγή)
αφουγκράζομαι ακούω
-Β-
βαλαντώνω στενοχωριέμαι, φλέγομαι από ερωτικό πάθος, αρρωσταίνω
βουργάω ζητάω ζευγάρωμα
-Γ-
γαϊδουρεύω γίνομαι ανάγωγος, με κακούς τρόπους συμπεριφοράς
γέρνω αφήνω τα ζώα ελεύθερα να βοσκήσουν στις πλαγιές
γκαβίζω αλληθωρίζω
γκαλιουρίζω αλληθωρίζω, κοιτάζω κάπως στραβά
γκλαφουνάω ζητάω με κλάματα
-Δ-
δρασκελάω διαβαίνω, περνώ κάποιο εμπόδιο
-Ε-
επρογκίξανε τρόμαξαν και τράπηκαν σε φυγή
-Ζ-
ζαλώνω φορτώνομαι
ζάφτω πίνω
ζεματάω είμαι πολύ ζεστός, υπερθερμαίνω κάτι
ζεύω μυρίζω άσχημα, βρομάω, είμαι λερωμένος, βρόμικος
ζιακουτάω χτυπάω, σπρώχνω κάποιον ελαφρά
ζουλάω πιέζω, σπρώχνω
ζουπάω πιέζω, ζουλάω
ζυγώνω πλησιάζω κοντά
-Θ-
θαμπίζω μόλις που βλέπω
καζαντώ αποκτώ πλούτη, κερδίζω
-Κ-
καλαμίζω μασουρίζω, τυλίγω το νήμα στο καλάμι
καλιάζω πετυχαίνω
καλιγώνω πεταλώνω
κάνω γεννώ
κάνω χωράφι οργώνω, σπέρνω
καρδαμώνω γερεύω μετά από αρρώστια, γίνομαι εύρωστος, δυνατός
κατσουλώνω ορθώνω τα αυτιά
κολοκουρίζω κουρεύω τα οπίσθια των προβάτων
κοπιάζω έρχομαι
κορακιάζω υποφέρω πολύ από δίψα, τρώω λαίμαργα, αποπατώ δημοσίως
κορφολογάω κόβω τις κορυφές βλαστών, κυρίως αμπελιού
κορώνω βρομάω
κοτάω τολμάω
κουτουλάω νυστάζω
κουτουράω αποφασίζω
κράζω καλώ, φωνάζω
κραίνω λέγω, μιλώ, απαντώ
κωλαντρίζω περιποιούμαι τον άντρα μου για να είναι όμορφος
κωλώνω εμποδίζω, καρτεράω, δειλιάζω, αλλάζω κατεύθυνση στο κοπάδι
-Λ-
λακάω φεύγω τρέχοντας
λαναρίζω ξαίνω μαλλί με τα λανάρια
λατανάω θηλάζω τα αρνοκάτσικα σε άλλες μανάδες που δεν αρμέχτηκαν
λιμπίζουμαι επιθυμώ πολύ, λαχταρώ
λιοκρίζει (το φεγγάρι) είναι σαν ήλιος, η πανσέληνος
λιχνάω ξεχωρίζω το σιτάρ από το άχυρο με τη βοήθεια του αέρα
λουμώνω κρύβομαι
-Μ-
μαραχουλάω πιάνοντας κάτι το ρυπαίνω και αχρηστεύει
μαργώνω κρυώνω
ματσουλάω σιγομασάω
μερεμετάω επιδιορθώνω στα γρήγορα, μτφ η σεξουαλική πράξη
μεσαργιάζω βοσκώ τα πρόβατα σε μικρό χώρο (σε βάσαγα)
μολεύω μολύνω
μουνουχάω ευνουχίζω
μουσμουλεύω περπατάω σκυφτός και ψάχνω κάτι
μουστρίζω λερώνω ιδίως όταν τρώω
μπαγλαρώνω δένω πισθάγκωνα κάποιον
μπαϊλντίζω βαριεστώ
μποδάω προφυλάσσω το λιβάδι
μπουζουριάζω κλείνω στη φυλακή, τρώω λαίμαργα
μπουσουλάω κινούμε με τα τέσσερα
μπουχάω-μπουχίζω καταβρέχω με κάποιον υγρό
μωρώνω παρηγορώ το μωρό
-Ν-
νετάρω αποτελειώνω, ξεκαθαρίζω
νογάω εννοώ
νταγιαντώ αντέχω, ανέχομαι, υπομένω
-Ξ-
ξαιθραλίζω καθαρίζω τα χοντρά ξύλα από τα κλαδιά
ξαρίζω καθαρίζω κάτι ξύνοντας
ξεγερεύω αναλαμβάνω την υγεία μου μετά από αρρώστια
ξεγκουφιάζουμαι εξαρθρώνω το γοφό μου
ξεζαλώνω ξεφορτώνω κάποιον
ξεκωλώνω ξεριζώνω
ξεκουμπίζομαι φεύγω κακήν κακώς
ξελακκώνω βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα δέντρου
ξελημεριάζω περνάω όλη τη μέρα μου
ξεμπροστιάζω αποκαλύπτω κάποιον σε αντιπαράθεση με κάποιον άλλον
ξεπεζεύω ξεκαβαλικεύω
ξεροσταλίζω στέκομαι περιμένοντας κάποιον με αγωνία
ξεχλιένω ανακουφίζομαι
ξηγέρνω γέρνω δίπλα
ξομπλιάζω κουτσομπολεύω, συκοφαντώ
-Ο-
ογάω γνωρίζω, μπορώ
ορμηνεύω συμβουλεύω
-Π-
παιδοκομάω γεννάω παιδί, φροντίζω παιδί
παλαμίζω ορκίζομαι, βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο
παραλογάω παραληρώ
παραλοϊζω χάνω το νου μου
πατικώνω συμπιέζω
παχνίζω βάζω φαγητό κυρίως σανό στα ζώα
πιστρώνω διπλώνω κάποιον με τα κλινοσκεπάσματα
πλανεύω ξεγελάω
πλαντάζω ταράζομαι από θυμό
πούντιασσα κρύωσα πολύ
προσανάβω τη φωτιά χρησιμοποιώντας κάτι εύφλεκτο
-Ρ-
ροβολάω κατηφορίζω
ροπώνω χορταίνω
ρουμπώνω κερδίζω
-Σ-
σαλαγάω οδηγάω τα ζώα με φωνές
σιουράω σφυρίζω
σκαπετάω περπατώντας χάνομαι στο ορίζοντα
σκιάζουμαι τρομάζω, φοβούμαι
σκουμαχιέμαι είμαι έτοιμος να αρχίσω τα κλάματα
σκουντουφλάω σκοντάφτω
σταλίζω ξεκουράζουμε το μεσημέρι με σκιά, οδηγώ τα πρόβατα σε σκιά
στραπατσάρω προξενώ βλάβη, φθορά
σώνω τελειώνω κάτι, σταματώ
-Τ-
ταγιαντάω αντέχω
ταρακουνάω ταράζω δυνατά
τηλώνωμαι χορταίνω
τιμπιχιάζω προειδοποιώ
τραβολογάω σέρνω κάποιον παρά τη θέληση του
τρεμοκουκουρίζω τρέμω πολύ από το κρύο
τσαγκαδεύω θηλάζω τα μικρά αρνιά
τσακώνω συλλαμβάνω επ' αυτόφωρω
τσαλαβουτάω πέφτω άτσαλα στα νερά
τσαλαπατάω πατάω άτσαλα, πατάω και ξαναπατάω
τσαμπουνάω φλυαρώ χωρίς να λέω τίποτα
τσιγκλάω ενοχλώ, πειράζω, σπρώχνω ελαφρά
τσιτώνω τεντώνω, τανύζω
τσουκλώνω ζορίζω, στριμώχνω στη γωνιά
τσουλουφρίζω καίω επιπόλαια τις άκρες των μαλλιών, καψαλίζω
τσουπώνω πατικώνω, γεμίζω περισσότερα από ότι χωράει
τσουτσουρώνομαι ορθώνω το ανάστημα για να επιτεθώ
τυλιγαδιάζω τυλίγω το νήμα
τυλώνω χορταίνω φαγητό
-Φ-
φιλεύω προσφέρω με αγάπη
φουρκίζω προκαλώ θυμό οργή
φουσκώνω γίνομαι ενοχλητικός με τις ιδιοτροπίες μου
φτουράω επαρκώ
φυώθηκα κρύωσα
φωτάω είμαι τόσο αδύνατος που με διαπερνά το φως
-Χ-
χαλάω σκοτώνω
χαμπερίζω υπολογίζω, λογαριάζω
χασκογελάω γελάω χαζά χωρία αιτία
χλαπακιάζω τρώω γρήγορα και χωρίς να μασάω
χλιαίνω ζεσταίνω
χουχουλέμε ανασαίνω πάνω στα χέρια μου για να ζεσταθούν
-Ψ-
Ψαχνίζω στεγνώνω
ψυχοπονιέμαι λυπάμαι, σπλαχνίζομαι, συμπαθώ

Λαϊκό Γλωσσάρι

Επιστροφή στην αρχή

   
 
Γεωγραφική Θέση
Χλωρίδα & Πανίδα
Προέλευση ονομασίας Νέο!
Τοπωνύμια
Οι Στεφανιώτες
Γλωσσικό Ιδίωμα Νέο!
Λαϊκό Γλωσσάρι Νέο!
Παρατσούκλια Νέο!
Ταβέρνα "Η Βελανιδιά" Νέο!
Πως θα πάτε
Χρήσιμες Πληροφορίες
Χάρτης
Ευρύτερη περιοχή
 

dfsdgggadfgadfg

 
Ευχαριστίες | Όροι Χρήσης | Επικοινωνία

Copyright © 2004 Stephanion.gr. All Rights Reserved